1. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Η ελληνοτουρκική διένεξη του Αιγαίου (χαμένες ευκαιρίες και στρεβλές αντιλήψεις που οδήγησαν στην σημερινή επιδείνωση τις κατάστασης)

Ομιλία του Αλέξη Ηρακλείδη στην εκδήλωση του Ινστιτούτου του Ποταμιού π² “Το Θερμό Καλοκαίρι του Ερντογάν”

Το Αιγαίο, το κατεξοχήν ελληνοτουρκικό διμερές ζήτημα αποτελεί ελληνικό (και τουρκικό) εθνικό θέμα, που απασχολεί τους Έλληνες εδώ και περισσότερα από 40 χρόνια. Από το Νοέμβριο του 1973 μέχρι σήμερα η διένεξη αυτή έχει οδηγήσει σε συνεχή διπλωματική και στρατιωτική δραστηριότητα και σε τρείς μεγάλες κρίσεις. Επίσης πληθώρα μικρότερων επεισοδίων έχουν λάβει χώρα στο ανατολικό Αιγαίο που όμως, από το 1999 και έπειτα, υπήρξαν διαχειρήσιμες λόγω της ελληνοτουρκικής ύφεσης που ακολούθησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2010. Όμως τα τελευταία χρόνια, και εδικά από το 2016, οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών έχουν επιδεινωθεί, λόγω της ανόδου του εθνικισμού και λόγω του παράγοντα Ερντογάν, ο οποίος ουδεμία σχέση έχει με τον Ερντογάν της περιόδου 2003-2011.

Οι κύριες διαφορές στο Αιγαίο είναι έξι: (1) τα κυριαρχικά δικαιώματα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, (2) τα όρια μίας μελλοντικής ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης (χωρικών υδάτων) στα 10 ή 12 ναυτικά μίλια, και (3) τα όρια του υπάρχοντος ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου στα 10 μίλια.

Οι άλλες τρεις διαφορές είναι (4) η στρατικοποίηση των ελληνικών νήσων του ανατολικού Αιγαίου, (5) οι βραχονησίδες Ίμια/Καρντάκ και, κατά την Τουρκία, και άλλες «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο σε ότι αφορά ακατοίκητες νησίδες και θαλάσσιους βράχους, και (6) ο έλεγχος της εναερίου κυκλοφορίας από το FIR (Flight Information Region) Αθηνών.

Η κυρίαρχη ελληνική εκτίμηση είναι ότι η Τουρκία είναι αναθεωρητική στο Αιγαίο. Επιζητεί την ανατροπή του υπάρχοντος status quo. Κατόπιν αυτού κεντρική επιδίωξη της ελληνικής εθνικής στρατηγικής είναι πώς να αντιμετωπισθεί πιο αποτελεσματικά ο «τουρκικός αναθεωρητισμός» ή «νέο-οθωμανισμός». Υπάρχουν τρεις διαφορετικές στρατηγικές που έχουν επικρατήσει από το 1974 μέχρι σήμερα: (α) η απόρριψη οποιουδήποτε ελληνοτουρκικού διαλόγου για τα θέματα του Αιγαίου (η αρχική θέση του Α. Παπανδρέου), και (β) η ειρηνική επίλυση δια του διαλόγου και της δικαστικής οδού σε ότι αφορά κυρίως την υφαλοκρηπίδα ή με γνώμονα τη διένεξη της υφαλοκρηπίδας (Κ. Καραμανλής, Κώστας Σημίτης) και (γ) μία ενδιάμεση σχολή, διάλογος για το θεαθήναι χωρίς κανένα αποτέλεσμα (Μολυβιάτης).

Για την Τουρκία η πρώτη και σοβαρότερη διαφορά στο Αιγαίο είναι η διένεξη για την αιγιαλίτιδα ζώνη (ελληνική απειλή για επέκταση της στα 12 ναυτικά μίλια, ειδικά από τα τέλη του 1981 και μετά) και έπονται οι διαφορές για την υφαλοκρηπίδα, για την αποστρατικοποίηση και για τον εναέριο χώρο σε συνδυασμό με την εναέρια κυκλοφορία (FIR). Η Άγκυρα αν και δεν φαίνεται να απορρίπτει τελείως τη νομική-δικαστική οδό, ειδικά σε θέματα που θεωρεί τη νομική θέση της ισχυρή, ωστόσο πιστεύει ότι τα προβλήματα του Αιγαίου είναι κατά βάση πολιτικά και σε αυτό το επίπεδο θα επιλυθούν πολύ πιο ικανοποιητικά και για τις δύο πλευρές και όχι με την εμπλοκή ενός τρίτου μέρους ως δικαστή.

Η Τουρκία είναι πεπεισμένη ότι η Ελλάδα εκλαμβάνει το Αιγαίο ως «ελληνική θάλασσα», σαν αν μην υπάρχει άλλη παράκτια χώρα στη θάλασσα αυτή και μάλιστα με ακτογραμμή στο Αιγαίο σχεδόν 3000 μιλιών. Μπροστά στη πρόκληση της επέκτασης στα 12 μίλια, η Άγκυρα θεωρεί ότι διαθέτει δύο εργαλεία: (α) την πειθώ των νομικών και πολιτικών επιχειρημάτων της που ίσως τελικά οδηγήσουν την Ελλάδα στον ουσιαστικό διάλογο και στις διαπραγματεύσεις για συνολική συμφωνία στο Αιγαίο με στόχο λύσεις αμοιβαία αποδεκτές· και (β) την απειλή του casus belli (σε σχέση με την επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 10 ή 12 μίλια) που, κατά την Τουρκία (ειδικά από πλευράς ιεράκων διπλωματών, στρατιωτικών και πολιτικών)  αν δεν συνεχίσει να επικρέμεται ως απειλή, η Ελλάδα δεν θα διστάσει (ή χάσει την ευκαιρία) να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, με αποτέλεσμα τη φίμωση της Τουρκίας και ανυπολόγιστη ζημία των εθνικών της συμφερόντων αλλά και της οικονομίας της, και επιπλέον μέγα πλήγμα στο γόητρο της χώρας.

Ας καταγράψουμε όμως τώρα τις εσφαλμένες ελληνικές αντιλήψεις σε σχέση με το Αιγαίο που δυσκολεύουν την επίλυση και την διαιωνίζουν, είναι τουλάχιστον επτά:

  1. Ότι οι διαφορές του Αιγαίου δεν είναι έξι αλλά μόνο μία, η υφαλοκρηπίδα. Όλα τα υπόλοιπα συνιστούν απαράδεκτες τουρκικές προσκλήσεις, «αμφισβητήσεις και διεκδικήσεις» της Τουρκίας, οι οποίες δεν έχουν βάση στο διεθνές δίκαιο.
  2. Ότι η προς οριοθέτηση υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο μεταξύ των δύο χωρών αφορά μόνο τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου και τουρκικών παραλίων. Όλο το υπόλοιπό Αιγαίο, δηλαδή το 90% του Αιγαίου Πελάγους μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, είναι ελληνική υφαλοκρηπίδα ή για την ακρίβεια θα μπορούσε η Ελλάδα μονομερώς να την ανακηρύξει ως δική της (η πιο σκληρή θέση) ή αυτό θα ήταν το λογικό και δίκαιο αποτέλεσμα οποιασδήποτε διεθνούς δικαστικής απόφασης.
  3. Ότι η Ελλάδα μπορεί μονομερώς να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο αφού αυτό προβλέπεται από τη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσα του 1982. Αλλιώς μπορεί να επεκταθεί έως τα 10 μίλια που είναι ο εναέριος χώρος της και να κάνει δύο μίλια «δώρο» στην Τουρκία.
  4. Ότι τα θαλάσσια σύνορα στο ανατολικό Αιγαίο είναι επακριβώς καθορισμένα. Συνεπώς δεν υπάρχει κανένα έδαφος για «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο (δηλαδή περιοχές ακαθόριστης κυριαρχίας, όπως υποστηρίζει η Τουρκία από το 1995).
  5. Ότι ο ελληνικός εθνικός εναέριος χώρος μπορεί να παραμείνει εσαεί ως έχει, στα 10 ναυτικά αντί των 6 ν.μιλίων που είναι η αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε επειδή στην ουσία ο εναέριος χώρος όπως καθιερώθηκε με το διάταγμα του 1931 αφορούσε και την αιγιαλίτιδα ζώνη (όντως η διατύπωση είναι τέτοια που δίνει αυτή την εντύπωση), άρα τα δύο είναι εναρμονισμένα αλλά τα επιπλέον τέσσερα μίλια είναι μέχρι σήμερα ανενεργά (Κ. Ιωάννου), και πάντως εφόσον η Ελλάδα δύναται το μείζον, τα 12 μίλια, δύναται και το ελάσσων (Κ. Οικονομίδης).  Όσο για την Τουρκία εφόσον δεν διαμαρτυρήθηκε το 1931-1939 για τα 10 μίλια του εναερίου χώρου, κάτι που, σημειωτέον, έπραξε η Βρετανία (αλλά μετά από σχεδόν 45 χρόνια, μόλις το 1974) αφού δηλαδή «πιάστηκε στο ύπνο» τώρα ας πληρώσει (Α. Συρίγος).
  6. Ότι στο πλαίσιο του FIR η Ελλάδα μπορεί να ζητάει σχέδια πτήσης από τα τουρκικά πολεμικά και τα τουρκικά να τα δίνουν, προκειμένου να είναι σε θέση το Athinai-FIR να εξασφαλίσει την ασφάλεια των πτήσεων των πολιτικών αεροσκαφών, ελληνικών και ξένων που υπερίπτανται του Αιγαίου.
  7. Ότι δύναται η Ελλάδα μονομερώς να ορίσει την ΑΟΖ (Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη) της αρεσκείας της.

Οι επτά αυτές ελληνικές αντιλήψεις-θέσεις δεν βρίσκουν ερείσματα στο διεθνές δίκαιο, τη διεθνή νομολογία ή τη διεθνή πρακτική και κάνουν έξαλλη την Τουρκία και όχι μόνο τον Ερντογάν. Σημειωτέον ότι οι ατυχείς αυτές θέσεις, που εν μέρει τίθενται και για λόγους διαπραγματευτικούς, εγκαταλειπόταν όποτε η Ελλάδα προέβη σε σοβαρό διάλογο με την Τουρκία για το Αιγαίο, δηλαδή το 1975-81, το 2002-3 και το 2010-11.

Ας δούμε τώρα γιατί πρόκειται για στρεβλές αντιλήψεις που παρασύρουν την Ελλάδα σε ανεδαφικές και αδιέξοδες επιλογές.

Σε ότι αφορά τη θέση ότι οι διαφορές είναι μόνο μία, όπως υποστηρίζει μέχρι και σήμερα το ελληνικό υπουργείο εξωτερικών, η στάση αυτή εκθέτει την Ελλάδα διεθνώς παρουσιάζοντας την αδιάλλακτη, επιδεινώνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεων και καθιστά την ειρηνική επίλυση των διαφορών του Αιγαίου ακόμη δυσκολότερη. Οι διαφορές είναι πλείονες, κάτι που παραδέχονται ακόμη και Έλληνες νομικοί διεθνολόγοι της εθνικιστικής σχολής σκέψης. Ίσως η μόνη λογική εξήγηση γι΄αυτή την εμμονή που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, είναι ότι τίθεται για λόγους διαπραγματευτικούς, για εσωτερική κατανάλωση ή για λόγους εντυπωσιασμού και διεθνούς προπαγάνδας.

Όσο για την υφαλοκρηπίδα (άποψη 2) στο διεθνές δίκαιο δεν νοείται μονομερής οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας. Αυτό ισχύει μόνο αν μία χώρα δεν έχει καμία άλλη χώρα απέναντι της ή δίπλα της, κάτι πολύ σπάνιο. Αντίθετα αν έχει, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντοτε, τότε η οριοθέτηση γίνεται από κοινού μεταξύ των αντικριστών ή διπλανών κρατών κατόπιν συμφωνίας ή διεθνούς εκδίκασης. Στην περίπτωση του Αιγαίου η προς οριοθέτηση υφαλοκρηπίδα δεν θα αφορά τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου και τουρκικών παραλίων, αλλά όλο τον πυθμένα και το υπέδαφος που βρίσκεται κάτω από την ανοικτή θάλασσα του Αιγαίου και στην Αν. Μεσόγειο (Καστελλόριζο).

Σε σχέση με την αιγιαλίτιδα ζώνη (άποψη 3), όταν υπάρχουν αντικριστές χώρες και όταν ισχύουν «ειδικές περιστάσεις», με τα νησιά ή περίπλοκη ακτογραμμή, κλπ., όπως κατεξοχήν συμβαίνει στο Αιγαίο, τότε δεν συνιστάται μονομερής οριοθέτηση των χωρικών υδάτων μέχρι τα 12 μίλια από τη μία χώρα, αλλά συμφωνία μεταξύ των δύο παρακτίων χωρών ή προσφυγή σε διεθνές δικαστικό όργανο. Μονομερείς ενέργειες που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάπτονται τα συμφέροντα μιας γειτονικής χώρας έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της συνεργασίας που προβλέπεται από τη Σύμβαση του Δικαίου της θάλασσας και τις γενικότερες αρχές του διεθνούς δικαίου που αφορούν τις φιλικές σχέσεις μεταξύ των κρατών. Συνεπώς οποιαδήποτε αλλαγή πέρα από τα 6 ναυτικά μίλια θα πρέπει να γίνει με τα σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας και επιπλέον να μην κλείνει το Αιγαίο από την τουρκική και διεθνή ναυσιπλοΐα.

Σε σχέση με τα θαλάσσια σύνορα (άποψη 4), τα θαλάσσια σύνορα στο ανατολικό Αιγαίο δεν είναι επακριβώς καθορισμένα πέραν των Δωδεκανήσων. Επακριβώς καθορισμένα είναι μόνο τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ Ελλάδας (Δωδεκάνησα) και Τουρκίας, από το Καστελόριζο νοτιοανατολικά μέχρι το Αγαθονήσι, το βορειότερο νησί των Δωδεκανήσων, και αυτό επειδή η Ιταλία όταν κατείχε τα νησιά αυτά δεν αδιαφόρησε, αλλά φρόντισε να τα οριοθετήσει επακριβώς κατόπιν διαβουλεύσεων με την Τουρκία.

Όσον αφορά τον ελληνικό εναέριο χώρο (άποψη 5), που οι Τούρκοι δεν αποδέχονται ως νόμιμο (εξού και οι τουρκικές παραβιάσεις), στο διεθνές δίκαιο ο εναέριος χώρος είναι ετεροκαθορισμένος, με την αιγιαλίτιδα ζώνη να καθορίζει το εύρος του υπερκείμενου εναερίου χώρου εν είδει κυλίνδρου) και όχι το ανάποδο.

Σε σχέση με το FIR (άποψη 6), δεν απαιτείται να δίδεται σχέδιο πτήσεις από κρατικά (στα οποία ανήκουν και τα πολεμικά) αεροσκάφη, εξού και οι τουρκικές «παραβιάσεις» για να τονίσουν ότι δεν δέχονται κάτι που δεν ισχύει με βάση το διεθνές δίκαιο που αφορά την εναέριας κυκλοφορία.

Τέλος όσο για την ΑΟΖ (άποψη 7), όπως και με την υφαλοκρηπίδα, με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας απαιτείται συμφωνία μεταξύ των εμπλεκομένων κρατών, εν προκειμένων ελληνοτουρκική συμφωνία (προϊόν διαπραγματεύσεων)  ή παραπομπή στο σε διεθνή δικαστικό μηχανισμό για την οριοθέτηση.

Ένα καίριας σημασίας γενικό συμπέρασμα μου ότι, σε αντίθετη με την επικρατούσα στην Ελλάδα αντίληψη της εθνικιστικής σχολής και όχι μόνο (θέση που είναι ευρέως διαδεδομένη, τη βρίσκουμε ακόμη και μεταξύ έμπειρων διπλωμάτων), η τουρκική πλευρά διαθέτει ισχυρά επιχειρήματα. Ούτε στη νομική της επιχειρηματολογία υστερεί έναντι της Ελλάδας. Σε ορισμένα μάλιστα από τα επίμαχα θέματα υπερτερεί νομικά, ειδικά όσον αφορά τον ελληνικό εναέριο χώρο και το FIR, σε άλλα πάλι μπορεί να μην υπερτερεί νομικά ή νομικίστικα, αλλά υπερτερεί πολιτικά και λογικά, όπως σε σχέση με τη στρατικοποίηση των Δωδεκανήσων.

Όσον αφορά την Τουρκία αν τελικά θελήσει μάλλον όχι τώρα, αλλά στη μετά Ερντογάν εποχή, να επιδείξει εποικοδομητική στάση και καλή διάθεση και να δημιουργηθεί, όπως το 1977-1981, το 1999-2005 και το 2010-2011,το κατάλληλο κλίμα για ουσιαστικό διάλογο, θα πρέπει να προβεί στα ακόλουθα:

Πρώτον, σε ότι αφορά τον εθνικό εναέριο χώρο και το FIR η Άγκυρα να προτείνει ένα μορατόριουμ και, ούτως ή άλλως, να περιορίσει τις υπερπτήσεις της στον μίνιμουμ αριθμό και παράλληλα να προβαίνει σε διπλωματικές ενέργειες, π.χ. διαβήματα στην Ελλάδα, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, τον ΟΗΕ, τον ICAO, κλπ., δηλώνοντας ευθαρσώς τις θέσεις τους στα δύο αυτά θέματα που την θίγουν.

Δεύτερον, να αφήσει κατά μέρος τα περί «γκρίζων ζωνών» που εξοργίζουν την Ελλάδα, και ας υπάρχουν ασάφειες στα θαλάσσια σύνορα βορείως των Δωδεκανήσων.

Τρίτον, να αντιληφθεί ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν είναι ανύπαρκτα ή αμελητέα, όπως παραδοσιακά πιστεύει, αλλά έχουν, στις περισσότερες περιπτώσεις (πλην των ακατοίκητων νησιών που έχουν χωρικά ύδατα , αλλά όχι υφαλοκρηπίδα), τα ίδια νομικά δικαιώματα όπως τα χερσαία εδάφη.

Τέταρτον, να λάβει σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η Ελλάδα, σε αντίθεση με εκείνη, είναι νησιωτική και θαλάσσια χώρα, με έντονη ταύτιση και συναισθηματική φόρτιση με το Αιγαίο και τυχόν διάσπαση του Αιγαίου στα δύο, με οποιοδήποτε τρόπο, κρίνεται απαράδεκτη για τους Έλληνες.

Πέμπτον, να αντιληφθεί ότι η επέκταση στα 12 μίλια είναι ένα ισχυρό νομικό χαρτί της Ελλάδας, το οποίο αν η Ελλάδα εγκαταλείψει (και μείνει στα 6 μίλια) θα πρέπει να λάβει ένα σοβαρό αντάλλαγμα ή αλλιώς να βρεθεί μία λύση μεικτή (π.χ. στην ηπειρωτική χώρα 10 ή 12 μίλια, αλλού 7-9 και δίπλα στην Τουρκία 6, κάτι που είχε σχεδόν συμφωνηθεί στο τέλος του 2003).

Έκτον, να εγκαταλείψει μια για πάντα το casus belli που και άλλωστε την εκθέτει διεθνώς (μια και αντιβαίνει κατάφορα στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών) και επιβαρύνει πολύ το κλίμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Ο ελληνοτουρκικός διπλωματικός διάλογος

Για την επίλυση της διένεξης του Αιγαίου έχουν γίνει τρεις σοβαροί ελληνοτουρκικοί διάλογοι: το 1976-81, το 2002-3 και, ως ένα σημείο, και το 2010-11.

Ο πρώτος διάλογος έλαβε χώρα σε τέσσερα διμερή βήματα και τα κυρία σημεία σύγκλισης των δύο πλευρών ήταν τα εξής:

  1. Η επίλυση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας με διαπραγματεύσεις και σε περίπτωση μη ανεύρεσης ικανοποιητικής λύσης η παραπομπή στο ΔΣ ή σε άλλο διεθνές δικαστικό όργανο (διαιτητικό δικαστήριο).
  2. Η τουρκική υφαλοκρηπίδα δεν θα πρέπει να περικυκλώνει ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου.
  3. Η ελληνική υφαλοκρηπίδα δεν θα πρέπει να κλείνει τις υπάρχουσες τέσσερις εξόδους της Τουρκίας στην ανοικτή θάλασσα τους Αιγαίου.
  4.  Η Ελλάδα δεν θα επεκτείνει μονομερώς την αιγιαλίτιδα ζώνη της.
  5. Το θέμα της ΑΟΖ θα μείνει εκτός συζήτησης

Οι δεύτερες συνομιλίες, γνωστές ως «διερευνητικές επαφές», ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2002 σε συνέχεια της σχετικής αναφοράς στην Απόφασης της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999), με την οποία η Τουρκία έγινε αποδεκτή ως υποψήφια χώρα προς ένταξη στην ΕΕ. Ουσιαστικές συνομιλίες σε αυτό το πλαίσιο έλαβαν χώρα μέχρι το τέλος του 2003.

Τα σημεία σύγκλισης των συνομιλιών αυτών ήταν τα εξής: (1) η παραπομπή του θέματος της υφαλοκρηπίδας στο ΔΔ, μετά από επιτυχείς διαπραγματεύσεις για τη σύνταξη κατάλληλου συνυποσχετικού, (2) πριν από την παραπομπή η μερική επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης πέραν των έξι μιλίων, για την ηπειρωτική χώρα (ίσως και 12 μίλια) και για τα νησιά που δεν βρίσκονται κοντά στα τουρκικά παράλια και  εφόσον με την επέκταση δεν κλείνει η ανοικτή θάλασσα του Αιγαίου και (3) η ταυτόχρονη εναρμόνιση του ελληνικού εναερίου χώρου με την νέα αιγιαλίτιδα ζώνη.

Τέλος οι συνομιλίες του 2010-2011 επί της σύντομης κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου (Νοέμβριος 2009-2011), ξεκίνησαν με καλούς οιωνούς αλλά στη συνέχεια βάλτωσαν, γιατί η Ελλάδα λόγω των οικονομικών της δεινών δεν ήταν σε θέση να προχωρήσει παραπέρα, η δε Τουρκία δεν φαινόταν πια ιδιαίτερα πρόθυμη για αμοιβαίες υποχωρήσεις όπως αντίθετα είχε συμβεί το 2003.